Τι αρέσει στα παιδιά να διαβάζουν; Αν θέλουμε να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη άποψη, θα πρέπει να ρίξουμε μια ματιά και στα δικά τους κείμενα, στη μυθοπλασία που γράφεται από τα ίδια τα παιδιά. Άλλωστε, ένας από τους λόγους που γράφουμε είναι επειδή δεν μας εκφράζει ποτέ απόλυτα αυτό που μας δίνουν να διαβάσουμε. Κάθε 15 ημέρες παρουσιάζουμε στην Κόκκινη Αλεπού κείμενα παιδιών που παίρνουν μέρος στο εργαστήρι δημιουργικής γραφής το οποίο εμψυχώνω και που φανερώνουν το τρόπο με τον οποίο αφενός επιλέγουν να εκφράζονται, αφετέρου τι θέλουν να διαβάζουν τα ίδια.

Αυτό το κείμενο του Χρήστου Π. (Στ’ τάξη) καταπιάνεται θεματικά με ένα πρόβλημα που έχει να κάνει με την ουσία της δημιουργικότητας. Διερευνά ερωτήματα όπως: από που εκπορεύεται μια ιδέα, πώς ολοκληρώνεται; και πώς δικαιώνεται μέσα από την εκπλήρωσή της ο δημιουργός; Το σημαντικότερο στοιχείο του όμως είναι το βαθύ και ειλικρινές συναίσθημα που εκπέμπει. 

Η γόμα που δεν έσβηνε

«Είμαι ένας άχρηστος! Δεν μπορώ να κάνω τίποτα, πρέπει να ασχοληθώ με κάτι άλλο στη ζωή μου, δεν είμαι καλός σε αυτό που κάνω», όλα αυτά ήταν τα λόγια του συγγραφέα Τζο. Καθημερινά αυτομαστιγωνόταν λέγοντας τέτοια σκληρά λόγια για τον εαυτό του. Ψυχικά δεν ήταν καλά, ούτε και σωματικά. Όλα αυτά τα κακά υποτίθεται χαρακτηριστικά του δημιουργούσαν μεγάλο κόμπλεξ για τον εαυτό του, αυτό ήταν πολύ άσχημο!

Ξαφνικά μια μέρα σηκώθηκε από το κρεβάτι του με ορμή και είπε: «εγώ θα γράψω, θα γράψω καλά, θα γίνω ένας σπουδαίος συγγραφέας του Λονδίνου». Ύστερα από αυτή την αισιόδοξη σκέψη πήρε ένα μολύβι, μια γόμα και ένα χαρτί. Άρχιζε να αποτυπώνει τις σκέψεις του… όμως… άδικος κόπος… Στα 5 λεπτά τα είχε αφήσει όλα… γιατί τέτοια ανασφάλεια άραγε;

Όμως αυτός δεν το έβαζε κάτω με τίποτα. Ξανά και ξανά. Ώσπου μια μέρα σκέφτηκε: «θα γράψω για τη ζωή μου, για όλα αυτά που έχω βιώσει». Τι είχε βιώσει; Πολλά και διάφορα, θανάτους συγγενικών προσώπων, διάφορες αρρώστιες, αποκλεισμούς από φίλους και πάρα πολλά άλλα. Έτσι λοιπόν πήρε ξανά ένα μολύβι, μία γόμα και ένα χαρτί και άρχισε να γράφει… στα μισά όμως του δρόμου…όλα ξεψύχησαν … ακόμα και ο ουρανός, όλα είχαν μαυρίσει. Ένας κότσυφας στερεώθηκε στο περβάζι του σπιτιού, τα πράγματα δεν ήταν καλά.

Ξαφνικά ακούστηκε μια δυνατή κραυγή. Ο Τζο έκλεισε τα μάτια του, πήρε τη γόμα και άρχισε να σβήνει τα πάντα, όλα.. ό,τι  υπήρχε. Τα μάτια του παρέμεναν κλειστά εδώ και πολλή ώρα. Ύστερα από λίγο τσαλάκωσε τη στοίβα με τα χαρτιά και την έβαλε σε ένα συρτάρι. Ο κότσυφας ξαναέκραξε, όλο και πιο δυνατά από την πρώτη φορά, όμως τώρα δεν ήταν στο περβάζι, χανόταν στον ορίζοντα. … ακόμα και αυτός τρόμαξε…

Μετά από πέντε χρόνια….

Ο Τζο παραμένει ένας συγγραφέας στα χαρτιά. Στην πραγματικότητα όμως τίποτα… όλα πια είχαν μαυρίσει για τα καλά. Ο κότσυφας είχε πεθάνει εδώ και χρόνια, όλα ήταν νεκρά, όλα ήταν ανούσια. Αυτή η σκέψη…. «θα γράψω»…. δεν είχε φύγει ποτέ από το μυαλό του Τζο. Για άλλη μια φορά σηκώθηκε από το κρεβάτι του. Άρχιζε να παίζει το κομπολόι του με ρυθμό. Κατευθύνθηκε προς το συρτάρι στο οποίο χρόνια τώρα είχε αφήσει τις τσαλακωμένες σβησμένες ιστορίες του. Ένα απαλό βασανιστικό σούρσιμο ακούστηκε… έπιασε εκείνο το μικρό κουβάρι με τα χαρτιά.. Τι να δει!  Τίποτα δεν ήταν σβησμένο, όλα ήταν στη θέση τους! Αναπάντεχα γύρισε τον χρόνο πίσω, θυμήθηκε χαρακτηριστικά το πάθος και την ορμή που έβαζε, για να σβήσει τα πάντα, όλα φαινόντουσαν σβησμένα… όμως δεν ήταν. Τι να έκανε; Να τα διέγραφε όλα; Για πάντα; Αυτά ήταν η ζωή του. Δυο σταγόνες δάκρυα κύλησαν αργά από τα μάγουλά του, αυτή τη φορά δεν έβγαλε καμία κραυγή όμως… είχε καταλάβει τη σκληρή πραγματικότητα.

Χρήστος Π.
Στ’ Δημοτικού