Τα κείμενα επιλέγει ο Φώτης Δούσος

Τι αρέσει στα παιδιά να διαβάζουν; Αν θέλουμε να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη άποψη, θα πρέπει να ρίξουμε μια ματιά και στα δικά τους κείμενα, στη μυθοπλασία που γράφεται από τα ίδια τα παιδιά. Άλλωστε, ένας από τους λόγους που γράφουμε είναι επειδή δε μας εκφράζει ποτέ απόλυτα αυτό που μας δίνουν να διαβάσουμε. Κάθε 15 ημέρες παρουσιάζουμε στην Κόκκινη Αλεπού κείμενα παιδιών που παίρνουν μέρος στο εργαστήρι δημιουργικής γραφής το οποίο εμψυχώνω και που φανερώνουν το τρόπο με τον οποίο αφενός επιλέγουν να εκφράζονται, αφετέρου τι θέλουν να διαβάζουν τα ίδια.

Στο κείμενο της Γαλάτειας Π. (ΣΤ΄τάξη) βλέπουμε ότι η αφηγηματική φωνή μπορεί να γίνει εντελώς ανατρεπτική και «αιρετική», να τα βάλει με ό,τι θεωρείται όσιο και ιερό και να αντιπαρατεθεί μαζί του χωρίς συμβιβασμούς ή μισόλογα. Η εμπειρία της βάπτισης περιγράφεται εδώ από ένα point of view άμεσο, αστείο, γνήσιο και παιγνιώδες. Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι αν ένα βρέφος είχε φωνή, θα μιλούσε κάπως έτσι για το συγκεκριμένο θέμα; Ίσως και με περισσότερα νεύρα!

Βάφτιση εφιάλτης

Η ώρα είναι 8.30. Ημέρα: 5 Αυγούστου

Δεν ξέρω πώς με λένε. Άγνωστο για μένα. Πάντως εσείς θα μάθετε σε λίγο. Μάλλον θα πάω για βάφτιση. Η μαμά και ο μπαμπάς είναι πολύ χαρούμενοι. Απορώ γιατί είναι τόσο χαρούμενοι. Εγώ δεν είμαι. Δεν ξέρω τι με περιμένει. Όταν με κοιτάνε και μου πιάνουν το πόδι λέγοντάς μου γλυκόλογα, θέλω να τους πω να με γυρίσουν σπίτι να κοιμηθώ. Προσπαθώ να τους το πω με τα μάτια. Δεν καταλαβαίνουν. Μου λένε, λες και είμαι γάτα: «Πού είσαι εσύ; Μου έλειψες, ζουζουνάκι…». Όχι, πείτε μου. Μοιάζω εγώ με κουνούπι; Δεν θα το έλεγα ιδιαίτερα! Τα κουνούπια βρίσκονται στο άθλιο κτήμα που η μαμά και ο μπαμπάς διάλεξαν. Αλλά να με λένε εμένα ζουζουνάκι, δεν θα το δεχτώ! Το άθλιο κτήμα το κοίταζα και με κοίταζε με οίκτο. Του μίλαγα με τα μάτια μου κι αυτό με καταλάβαινε. Ανταλλάσαμε κατάρες.

Η μαμά και ο μπαμπάς με κοίταζαν και μου ψιθύριζαν χαρούμενα. Ξάφνου η μαμά εμφάνισε πίσω από την πλάτη της ένα μεγάλο παιχνίδι. Έμοιαζε με μαράκα. Την πήρα και άρχισα να παίζω. «Βαρετό!», φώναξα, αλλά ακούστηκε σαν τσιρίδα. Η μαμά με κοίταξε λες και της είπα ότι πέρασα στο Χάρβαρντ! Κάποια στιγμή η μαμά με πήρε, με έβαλε στο καρεκλάκι μου στο αυτοκίνητο και φύγαμε. Φτάσαμε σε ένα κτίριο που το κοίταζα, αλλά δεν με κοίταζε. Μάλλον κοιμόταν. Άρχισα να κλαίω για να εκνευρίσω τη μαμά. Προσπάθησε να με ηρεμήσει. Δεν την άφησα. Μου έδωσε την πιπίλα και μου άρεσε. Μετά από λίγο με πήρε η νονά μου και με έγδυσε. Την κοίταξα εχθρικά και έκανα να πάω προς τα ρούχα μου. Με πήρε αγκαλιά κι έφυγε. Δεν έμοιαζε να την ένοιαζε ότι με έβλεπαν όλοι οι καλεσμένοι γυμνή! Με πήγε σε έναν κύριο με μούσι. Έτσι όπως τον έκοψα μου έμοιαζε 200 χρονών. Ελπίζω. Την υγειά μου να έχει. Με πήρε και άρχισε να μουρμουράει για κάποιον Θεό, που μου έδινε την ευλογία του. Ο Θεός μού έδινε την ευλογία του, αλλά ο κύριος με το μούσι δεν έχει τον Θεό του! Με έπιασε από τις υπέροχες, απαλές μασχάλες μου και με βούτηξε σε ένα πράγμα που δεν πρόλαβα να δω τι είναι…

Γέμισα νερά. Ήθελα να φύγω. Δεν μου είπε να κλείσω τα μάτια μου! Άρχισα να κλαίω όσο πιο σπαρακτικά μπορούσα. Δεν φάνηκε να τον ενδιαφέρει. Συνέχισα. Το ίδιο. Μετά πήρε ένα ψαλιδάκι και, δεν θα το πιστέψετε, αλλά μου έκοψε τα μαλλιά! Ευτυχώς όχι πολύ. Μετά ήρθε η νονά και με πήρε. Την κοίταξα με ευγνωμοσύνη. Μετά ήρθε η μαμά. Με πήρε, με έντυσε και ηρέμησα. Μετά δεν θυμάμαι. Μάλλον κοιμόμουν.

Γαλάτεια Π.
(Στ’ Δημοτικού)