O Σπύρος Γιαννακόπουλος και η Στέλλα Στεργίου, δημιουργοί του κομικ “Στο δάσος” (εκδ. Πατάκη, 2020)

Το κόμικ “Στο δάσος”, σε σενάριο του συγγραφέα Σπύρου Γιαννακόπουλου και σχέδιο της κομίστριας Στέλλας Στεργίου βρίσκεται από χθες σε όλα τα βιβλιοπωλεία. Πρωταγωνιστής ο Τζακ, ένα ήσυχο αγόρι που ζούσε με τους γονείς του σ’ ένα όμορφο σπίτι στο δάσος. Τους βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού και κάθε τόσο πήγαινε με τον πατέρα του στην πόλη για να πουλήσουν τα προϊόντα τους και να αγοράσουν προμήθειες. Τις περιπέτειες τις γνώριζε μόνο από τα βιβλία. Μέχρι που μια μέρα χάθηκε στο δάσος. Με αφορμή την κυκλοφορία της πρώτης τους συνεργασίας, οι δύο δημιουργοί μιλούν στην “Κόκκινη Αλεπού” για την ιδέα, τη δημιουργική διαδικασία μέχρι να φτάσουμε στο χάρτινο προϊόν, αλλά και τα στερεότυπα των κλασικών παραμυθιών.

Σπύρο, φάνηκε ήδη από τη «Νάνσι» ότι είχες αρχίσει να φλερτάρεις με τον χώρο των κόμικ. Ποια η σχέση σου με αυτά και τι ήταν αυτό που σε ώθησε να γράψεις το σενάριο για ένα δικό σου;
Σπύρος Γιαννακόπουλος: Είχα μια ιστορία στο μυαλό μου. Μια ιστορία με μάγισσες, πριγκίπισσες, ιππότες, νάνους, γίγαντες και ένα αγόρι που χάνεται στο δάσος. Μια ιστορία στο ύφος της «Νάνσι». Και, όντας μανιώδης αναγνώστης κόμικ, θέλησα να την αφηγηθώ με αυτό το μέσο, κάτι που ήθελα πάντα να κάνω, ειδικά μετά τα πρώτα μου μυθιστορήματα

Στέλλα, είσαι γνωστή στον χώρο από τις συνεργασίες σου με περιοδικά κόμικ, αλλά και τη μεταφορά του “Μικρού Πρίγκιπα” του Σαιντ Εξιπερί σε μορφή κόμικ (εκδ. Polaris). Πώς από την αρχιτεκτονική μεταπήδησες στην 9η Τέχνη και τι είναι αυτό που σου κέντρισε πιο πολυ το ενδιαφέρον, ώστε να ασχοληθείς με αυτή;
Στέλλα Στεργίου: Από την αρχή δεν είχα σκοπό να ασχοληθώ με την αρχιτεκτονική, αλλά περισσότερο με την εικονογράφηση και ό,τι άλλο μπορεί να μου ξεκλείδωναν οι σπουδές μου ως προοπτική. Βάζοντας στην εξίσωση και τη μεγάλη συλλογή (κυρίως) γαλλοβελγικών κόμικ των γονιών μου που την ξεκοκκάλλιζα από μικρή, η μεταπήδηση τελικά ήταν εύκολη υπόθεση. Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου, προσπαθούσα να φέρνω την αρχιτεκτονική (τομέας άγνωστος σε μένα) στα μέτρα των κόμικ (τομέας εμπειρικά γνωστός σε μένα). Στο ερευνητικό κομμάτι της διπλωματικής μου, για παράδειγμα, μελέτησα τον αρχιτεκτονικό χώρο μέσα από τη ματιά μιας κομίστριας. Τα δύο μέσα έχουν περισσότερα κοινά από όσα μπορεί κάποιος να φανταστεί στην αρχή. Στη βάση τους και η αρχιτεκτονική και το κόμικ έχουν την αφήγηση μιας ιστορίας με παράλληλη συμμετοχή του χρήστη/αναγνώστη. Ένα κτίριο είναι μια τρισδιάστατη ιστορία που πλάθεται από την αρχιτέκτονα και αφήνει να την εξερευνήσουν οι χρήστες του. Αντίστοιχα ένα κόμικ δομείται από τη δημιουργό του αλλά ο αναγνώστης είναι ενεργό μέλος της ολοκλήρωσης της ιστορίας, έστω με την απλή κίνηση της αλλαγής της σελίδας. Βέβαια, τώρα δε θα συζητούσα για αυτό το κόμικ, άμα δε μου έδινε την ευκαιρία ο Γιώργος Γούσης να συνεργαστώ με τις εκδόσεις Polaris για την έκδοση του Μικρού Πρίγκιπα. Ήταν η πρώτη μου δουλειά και η πρώτη μου συνειδητοποίηση ότι μπορώ να το παλέψω ώστε να βιοπορίζομαι από τα κόμικ.

Πώς προέκυψε η συνεργασία σας; Ποιο ήταν το πιο διασκεδαστικό μέρος της και ποιο το πιο δύσκολο;
Σ.Γ.: Έπρεπε να βρω πρόθυμο κομίστα για το πρότζεκ που είχα στο μυαλό μου. Εκείνη την περίοδο, στην περιοδική ανθολογία κόμικ «Μπλε Κομήτης» όπου υπήρξα μέλος της συντακτικής ομάδας, είχα διαβάσει μια ιστορία που υπέγραφε σχεδιαστικά η Στέλλα, την οποία ήξερα ως δημιουργό από την εξαιρετική της διασκευή σε κόμικ του «Μικρού Πρίγκιπα» (εκδ. Polaris). Η ιστορία λεγόταν «Ο Μικρότερος Νάνος στον Κόσμο». Μου άρεσε ο τρόπος που απεικόνιζε τους νάνους, μου άρεσε και η αίσθηση του χώρου στα καρέ της και επικοινώνησα μαζί της εκφράζοντας της την επιθυμία μου να συνεργαστούμε. Της έστειλα έναν σκελετό του σεναρίου, και μου απάντησε θετικά με ενθουσιασμό. Δεν έβλεπε την ώρα να ξεκινήσει σχεδιάσει και πάλι νάνους, και η ιστορία μου έχει πολλούς νάνους. Ξεκινήσαμε να δουλεύουμε. Από τα πιο διασκεδαστικά σημεία για μένα ήταν να βλέπω τις ζωγραφιές της Στέλλας. Γενικά δεν νομίζω να δυσκολευτήκαμε κάπου. Είχαμε πολύ καλή συνεργασία με αλληλοϋποχωρήσεις.

Σ.Σ.: Με τον Σπύρο ήρθαμε σε επικοινωνία λόγω του «Μπλε Κομήτη». Όντας ο ίδιος πολύ διακριτικός για το έργο του ως συγγραφέας, έψαξα περισσότερο κι εκεί συνειδητοποίησα ότι γνώριζα τη δουλειά του από πολύ πιο πριν, χάρη στην αρθρογραφία του στο έντυπο «Ερευνητές» της εφημερίδας Καθημερινή. Ειδικά, δε, αφού διάβασα μονορούφι και τη «Νάνσι», δέχθηκα χωρίς δεύτερη σκέψη την πρόταση, αν και σίγουρα έπαιξε ρόλο το ότι στο κόμικ υπήρχαν και νάνοι, πολλοί νάνοι. Εκτός από τους νάνους, από τα πιο διασκεδαστικά κομμάτια της πορείας του κόμικ αυτού, ήταν το στάδιο σχεδιασμού όλων των χαρακτήρων. Διαβάζοντας το σκελετό της ιστορίας, είχα πολύ σαφείς ιδέες για μερικούς από τους χαρακτήρες, ενώ άλλους τους βρήκα στην πορεία. Η μάγισσα ήταν από τους χαρακτήρες που βρήκα πολύ εύκολα, γιατί ακριβώς πατάει και στη στερεοτυπική εικόνα της κακιάς μάγισσας των κλασικών παραμυθιών. Έπρεπε όμως και να ξεχωρίζει από άλλες μάγισσες κι εκεί ήταν που σχεδίασα πολλά προσχέδια, δοκιμάζοντας κάθε φορά διαφορετικούς συνδυασμούς από γαμψές μύτες, γουρλωμένα μάτια και κοφτερά δόντια. Πέρα από τη μορφή της, είχα ψάξει και είχα σχεδιάσει και όλα της τα ρούχα, αφού δε γίνεται να φοράει κάθε μέρα τα ίδια σύνολα, και είχα κάνει πρόχειρα αρχιτεκτονικά σχέδια για το δεντρόσπιτό της, λαμβάνοντας υπόψιν πώς θα ήταν πιο λογικό και βολικό να τοποθετήσω τα ράφια με τα φίλτρα της, τη βιβλιοθήκη με τα μαγικά της βιβλία, το χώρο εργασίας της δίπλα στο τζάκι όπου συνθέτει τα φίλτρα. Από την άλλη, το πιο δύσκολο για μένα ήταν να στείλω κάθε φορά στον Σπύρο μήνυμα για τα κοψίματα που έκανα στα κείμενά του. Και ήταν πολλά. Ευτυχώς όμως ήταν πάντα ανοιχτός σε οποιαδήποτε αλλαγή και μετά από προτάσεις πέρα δώθε καταλήξαμε πιστεύω στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

Θα ήθελα να μας εξηγήσετε τη διαδικασία δημιουργίας ενός κόμικ. Πώς ξεκινάτε, πώς γράφεται το σενάριο και πότε αρχίζει να μπαίνει η εικόνα; Τι αλλαγές γίνονται στην πορεία και πότε τελικά είστε ευχαριστημένοι με το αποτέλεσμα; Πόσο χρόνο σας πήρε για να το ολοκληρώσετε;
Σ.Γ.: Ως συγγραφέας παιδικών και νεανικών μυθιστορημάτων που δοκιμάζεται στο σενάριο για κόμικ, βρήκα τόσο προκλητική όσο και απολαυστική αυτήν τη μεταπήδηση. Γράφοντας το σενάριο προσπαθούσα να δω κάθε καρέ, κάθε σελίδα, κάθε σαλόνι, και βάζοντας διαλόγους στους ήρωες έπρεπε να έχω στον νου μου τα μπαλονάκια, να χωράνε οι λέξεις, να μη φορτώνεται το καρέ, να ανασαίνει. Δεν τα κατάφερνα πάντα καλά. Ευτυχώς, είχα τη Στέλλα που διόρθωνε και πέταγε με στιλ ό,τι δεν είχε νόημα να απεικονιστεί  ή να γραφεί, ό,τι ήταν περιττό, ό,τι μπορούσε να συμπυκνωθεί σε κάτι άλλο. Η ίδια ζωγράφιζε με πολύ κέφι. Έβλεπα τους χαρακτήρες της, εκφραστικούς και αστείους, τα περιβάλλοντα ευφάνταστα και με έξυπνες λεπτομέρειες, έβλεπα την ανάπτυξη των σελίδων και απολάμβανα τη διαδικασία. Έμαθα πολλά από αυτή τη διαδικασία για το μέσο των κόμικ, για τον ρόλο του σεναριογράφου, για τις παρεμβάσεις που πρέπει να δέχεται. Και νιώθω, τελικά, ότι ταιριάξαμε συγγραφέας και κομίστρια. Νιώθω ότι τα καταφέραμε. Με το αποτέλεσμα είμαστε ευχαριστημένοι όταν βλέπουμε να υπάρχει ροή, όταν ο αναγνώστης μπορεί να κατανοήσει την πλοκή και όταν η σελίδα φαίνεται όμορφη. Μας πήρε βέβαια κοντά δύο χρόνια με τις ενδιάμεσες παύσεις εδώ κι εκεί.

Σ.Σ.: Στα χέρια μου το σενάριο έφτασε στην τελική του μορφή. Ο Σπύρος είχε ολοκληρώσει την ιστορία και είχε χωρίσει τη δράση μέσα στα καρέ. Με τη σειρά μου, άρχισα να τη στήνω με πρόχειρα, γρήγορα σκίτσα, σε μια μορφή storyboard, ψάχνοντας να βρω τις καλύτερες αλληλουχίες και διαστάσεις των καρέ και τις καλύτερες κάμερες για τη δράση κάθε σκηνής. Στη συνέχεια, πέρασα στον τελικό σχεδιασμό των σελίδων, αρχίζοντας από τα μολύβια, προχωρώντας στα μελάνια και τέλος προσέθεσα το χρώμα. Βασικό πριν τον οποιοδήποτε σχεδιασμό, ήταν η τοποθέτηση και ο υπολογισμός των μπαλονιών των διαλόγων. Ο Σπύρος είχε ήδη μια πολύ καλή αντίληψη πώς δομείται μια ιστορία κόμικ, αλλά δεν μπορούσε να συλλάβει το μέγεθος των κειμένων μέχρι που αρχίσαμε να τα εξετάζουμε πλέον μαζί στο χαρτί και είδαμε ότι δεν υπήρχε περιθώριο για τα σχέδια να αναπνέουν. Έτσι, όταν η εικόνα εμπεριείχε τις απαιτούμενες πληροφορίες, συζητούσα με τον Σπύρο και αρχίζαμε το κόψιμο.

Στέλλα, κατά πόσο ο Σπύρος είχε άποψη πάνω στο σχέδιό σου; Και αντίστοιχα, Σπύρο η Στέλλα πάνω στο κείμενό σου; Και πώς αποφεύγονται τυχόν παρεξηγήσεις;
Σ.Γ.: Και βέβαια ο ένας είχε άποψη πάνω στη δουλειά του άλλου. Οι διαφωνίες λύνονταν με συζήτηση και κατανόηση.

Σ.Σ.: Ευτυχώς ο Σπύρος μου είχε αφήσει το απόλυτα ελεύθερο έδαφος να πειραματιστώ με τα σχέδια, αλλά ήταν εκεί για να μου δώσει κάποια αναφορά σε κάποιο βιβλίο ή κόμικ ή και ταινία για να καθορίσουμε μια ενιαία αισθητική σε όλη την ιστορία. Αλλαγές μπορεί να πρότεινα όχι μόνο σε ό,τι αφορά το μέγεθος των διαλόγων, αλλά σε μερικά σημεία και την αλλαγή κάποιων σελίδων για την καλύτερη ροή της ιστορίας. Πάντα μετά από συζήτηση και βάζοντας στην άκρη τους εγωισμούς μας, βρίσκαμε την καλύτερη δυνατή λύση.

Μιλήστε μας για το κόμικ: ποιο ειναι το στόρι του, ποιος ο κεντρικός του ήρωας; Τι ακριβώς συμβαίνει;
Σ.Γ.
: Θα λέγαμε ότι ο κεντρικός ήρωας του κόμικ είναι το ίδιο το δάσος. Ένα αγόρι χάνεται εκεί και πυροδοτεί μια αλυσιδωτή ιστορία όπου μια μάγισσα προσπαθεί να κλέψει τον αμύθητο θησαυρό των νάνων, μια βατραχίνα πριγκίπισσα ψάχνει το φιλί που θα την κάνει πάλι άνθρωπο, ενώ όλα αυτά κινδυνεύουν να ποδοπατηθούν από τις τεράστιες πατούσες ενός γίγαντα που έκλεψαν από το δέντρο του. Γίνεται χαμός σου λέω!

Σ.Σ.: Μ’αρέσουν οι ήρωες που δεν είναι ήρωες και ο Τζακ (το αγόρι που χάνεται στο δάσος) δεν είναι εξαίρεση. Ο Τζακ το μόνο που ήθελε ήταν να τρώει τις πίτες της μαμάς του και να αρμέγει την αγελάδα του. Μία μέρα όμως να χαθεί στο δάσος και ανακαλύπτει ότι ο κόσμος είναι πολύ πολύ πιο μεγάλος από το σπίτι του και τον κήπο του.

Σπύρο, στο πρώτο σου κόμικ ως συγγραφέας του σεναρίου πατάς πάνω στα κλασικά παραμύθια, όπως είχες κάνει και με τη «Νάνσι». Τι είναι αυτό που σου κεντρίζει το ενδιαφέρον σε αυτά και τα χρησιμοποιείς στα έργα σου;
Σ.Γ.: Όπως στη «Νάνσι», έτσι κι εδώ, ανακατεύω τα παραμύθια. Τα παραμύθια έχουν διάφορα στοιχεία και χαρακτήρες που με βοηθούν να στήσω ιστορίες. Τα μοτίβα τους είναι ευφάνταστα, μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις και να πεις διάφορα, να βγάλεις χιούμορ, να δημιουργήσεις σασπένς, δράση, ενδεχομένως να τα ανατρέψεις. Κι έχουν μια μυστηριακή γοητεία. Μια αγαπημένη σειρά κόμικ είναι το Fables, εκεί να δεις παραμύθι και κακό, με εξαιρετικά εκμοντερνισμένο ύφος.

Τα κλασικά παραμύθια είναι όμως γεμάτα με τα στερεότυπα της εποχής της οποίας γράφτηκαν. Οι μάγισσες ήταν πάντα γυναίκες και πάντα κακιές, οι πριγκίπισσες πάντα όμορφες και πάντα βασανισμένες που αναζητούσαν τον έναν και μοναδικό, απαραιτήτως όμορφο, πρίγκιπα για να της σώσει. Στη «Νάνσι» αντέστρεψες τα στερεότυπα. Εδώ όμως φαίνεται να τα υπερτονίζετε (κείμενο & εικόνα). Ποιον σκοπό εξυπηρετεί αυτό;
Σ.Γ.: Τα στερεότυπα είναι κάτι που με εξυπηρετούν να στήσω μια ιστορία, ειδικά σε φανταστικό/ παραμυθένιο περιβάλλον. Άλλοτε έχω ανατρεπτική διάθεση, άλλοτε μένω σε αυτά και τα χρησιμοποιώ για χάρη της πλοκής. Η Νάνσι του μυθιστορήματος είναι μια πριγκίπισσα που δεν μένει με σταυρωμένα τα χέρια, και κάνει ό,τι μπορεί να βρει τον καλό της, σε σημείο που σκοτώνει η ίδια τον δράκο. Αυτή ήταν η πρόθεσή μου όταν έγραφα αυτό το βιβλίο, να στήσω μια πριγκίπισσα δυναμική. Μην ξεχνάς όμως ότι κι εκείνη είναι όμορφη, πολύ όμορφη. Επίσης κι εκεί είχαμε μια γυναίκα μάγισσα, που ζούσε στο δάσος και πουλούσε μαγικά φίλτρα, απλά ο ρόλος της ήταν μικρότερος. Στο κόμικ τώρα, η πριγκίπισσα Τζένη, ως βατραχίνα πλέον, κάνει κι αυτή ό,τι μπορεί για να βρει τον καλό της, τα βάζει ακόμη και με έναν γίγαντα, αδύναμη λοιπόν δεν τη λες. Νομίζω ότι η Τζένη του κόμικ και η Νάνσι του μυθιστορήματος μοιάζουν σε πολλά σημεία.

Σ.Σ.: Το σενάριο το ίδιο με καθοδήγησε να παίξω με στερεοτυπικές εικόνες για τους χαρακτήρες. Ένα τέτοιο στερεότυπο όμως, όπως είναι η μάγισσα, ακριβώς επειδή είναι άμεσα ευρέως αναγνωρίσιμο, μου έδωσε το περιθώριο να προσθέσω προσωπικές λεπτομέρειες που δίνουν κάποιο μεγαλύτερο υπόβαθρο στην ηρωίδα. Μια μακριά μύτη, ένα γουρλωμένο μάτι και μια μαύρη ρόμπα αρκούν σα χαρακτηριστικά για να καταλάβει ο αναγνώστης ποια είναι. Η δικιά μου μάγισσα, όμως, είναι στιλάτη και σπιρτόζα. Είναι δυναμική και ξέρει ακριβώς τι θέλει και ξέρει και πώς να το αποκτήσει. Φοράει ό,τι θέλει χωρίς να νοιάζεται για τους κακομιλητές που μπορεί να σχολιάσουν το μήκος, το ντεκολτέ ή το πόσο στενό είναι ένα ρούχο πάνω της. Νιώθει καλά με αυτά που φοράει και αυτό περνάει παρά έξω. Πάντα όμως σε μαύρους τόνους, γιατί έχει κι ένα στερεότυπο να ακολουθήσει.

Οι εκδόσεις Πατάκη δεν είναι ένας εκδοτικός που είναι γνωστός για τα κόμικ που παράγει, υπάρχουν άλλοι πολλοί που είναι εξειδικευμένοι στο συγκεκριμένο είδος λογοτεχνίας. Πώς έγινε η επιλογή;
Σ.Γ.: Κι όμως οι εκδόσεις Πατάκη στην πρόσφατη βιβλιοπαραγωγή έχουν να επιδείξουν κάποιους εξαιρετικούς τίτλους κόμικ, όπως την μεταφορά του Ξένου του Καμύ ή το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, τις βιογραφίες των Φρόυντ και Μαρξ, τους Πρόσφυγες (που είχα την τιμή να μεταφράσω), τη βιογραφία του Γιαννούλη Χαλεπά των Θανάση Πέτρου και Δημήτρη Βανέλλη και βέβαια τα ιστορικά κόμικ των Κατερίνα Σέρβη και Θανάση Πέτρου. Επίσης όλα μου τα βιβλία είναι στις εκδόσεις Πατάκη, κι όταν πρότεινα στην Έλενα Πατάκη την ιδέα για το πρότζεκτ μου, με ενθάρρυνε να το προχωρήσω. Παρέσυρα έτσι και τη Στέλλα στις εκδόσεις.

Σ.Σ.: Το ξεκίνημά μου το έκανα με τις εκδόσεις Polaris. Τόσο με διασκευές κλασικών διηγημάτων, όπως τα Μυστικά του Βάλτου των Παναγιώτη Πανταζή και Γιάννη Ράγκου και ο Ζητιάνος του Kanellos Cob, όσο και με το περιοδικό «Μπλε Κομήτης» το οποίο λειτούργησε και σαν πλατφόρμα ανάδειξης νέων δημιουργών, οι Polaris έπαιξαν ρόλο στο άνοιγμα κι άλλων μη εξειδικευμένων εκδοτικών στο είδος του κόμικ. Το γεγονός ότι περισσότεροι εκδοτικοί κάνουν αυτό το άνοιγμα, μόνο καλό μπορεί να μας κάνει, αφού αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν περισσότερες επιλογές για τους δημιουργούς. Βέβαια, το κόμικ ακολουθεί πολύ διαφορετική διαδικασία στη δημιουργία του και απαιτεί διαφορετική διαχείριση στην έκδοση και προώθηση από ένα λογοτεχνικό βιβλίο.


Ο Σπύρος Γιαννακόπουλος γεννήθηκε το 1981 και σπούδασε στο Οικονομικό του Πανεπιστημίου Αθηνών. Για αρκετά χρόνια αρθρογράφησε στην εφημερίδα Η Καθημερινή για θέματα που αφορούσαν την λογοτεχνία, τα κόμικ και την μουσική και συνεργάστηκε με το περιοδικό comics Μπλε Κομήτης. Εχει γράψει τα παιδικά βιβλία Πορτοκαλάδα με Ανθρακικό, Αλλόκοσμος Επισκέπτης, Νάνσι, Το κορίτσι με το ξύλινο σπαθί, Ο μασκοφόρος εκδικητής, Ο Μονόκερος κ.ά. (όλα από εκδόσεις Πατάκη).

Η Στέλλα Στεργίου γεννήθηκε το 1992. Ζει στην Αθήνα, όπου και ολοκλήρωσε τις σπουδές της στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Ε.Μ.Π. και εργάζεται ως εικονογράφος και δημιουργός comics. Εχει συμμετάσχει σε εκθέσεις και έχει διακριθεί σε διαγωνισμούς εικονογράφησης και αρχιτεκτονικής. Δουλειά της έχει εκδοθεί σε περιοδικά και συλλογές, όπως το περιοδικό comics Μπλε κομήτης, το συλλογικό κόμικ Pizza Pepperoni (εκδόσεις 9η Διάσταση) κ.ά. H πρώτη της προσωπική δουλειά, η διασκευή του Μικρού Πρίγκιπα του Αντουάν ντε Σεν Εξιπερί σε μορφή graphic novel , κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Polaris, το 2017.

Το “Στο δάσος” κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη και απεύθυνεται σε παιδιά 9+ ετών.