Κάθε μήνα, ένας άνθρωπος από τον χώρο του παιδικού βιβλίου γράφει στην Κόκκινη Αλεπού για το δικό του αγαπημένο παιδικό βιβλίο, που διάβαζε όταν ήταν ήταν εκείνος παιδί.

Κάπου στο δημοτικό ανακάλυψα τον Ιούλιο Βερν. Και διάβασα μονοκοπανιά όλα του τα βιβλία. Νομίζω η μύησή μου στον Βερν λειτούργησε με καταστατικό τρόπο. Μου αποκαλύφθηκε μεμιάς τι μου αρέσει, τι ψάχνω να βρω και τι θα αναζητώ στη μυθοπλασία από εκεί και πέρα για όλη μου τη ζωή. Τα βιβλία του ήταν ένας αφηγηματικός χάρτης τις οδηγίες του οποίου θα έπρεπε να ακολουθήσω αν ήθελα να βρω τον κρυμμένο θησαυρό μου. Με άλλα λόγια, μου κατέστησαν σαφές πώς θα έπρεπε να γράψω και εγώ, αν ποτέ αποφάσιζα/κατάφερνα να γράψω: περιπέτειες, ανατροπές, συναρπαστικά κόνσεπτ, αχαλίνωτη φαντασία, δράση ατελείωτη, εξωτικά μέρη, ταξίδια.

Αλλά δεν επρόκειτο απλώς για μια διαδικασία αυτοαναφορικότητας. Η συνδεσή μου με τα βιβλία του Βερν, τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο, δεν είχε σχέση με ιδεολογικές ή αισθητικές αναζητήσεις. Ήταν περισσότερο ανταπόκριση σε μια πολύ χειροπιαστή, μια πολύ πρακτική ανάγκη.

Τα παιχνίδια που μου άρεσαν τότε δεν ήταν το ποδόσφαιρο, το κρυφτό, το κυνηγητό, ο «στύλος», τα κεραμιδάκια. Ούτε καν τα ηλεκτρονικά που είχαν αρχίσει να κάνουν δειλά δειλά την εμφάνισή τους. Με τραβούσε σαν μαγνήτης το φανταστικό παιχνίδι. Και μάλιστα έμεινα κάτω από τη σφαίρα επιρροής και τη γοητεία του ίσως λίγο περισσότερο από τους συνομηλίκους μου. Είναι σαν να ξεχάστηκα εκεί, σαν να είχα βρει την άχρονη χώρα των λωτοφάγων και δεν ήθελα να φύγω. Δεν ακούγεται πολύ «φυσιολογικό», το ξέρω.

Η φαντασία μου ήταν οξυμένη, όπως συμβαίνει σε όλα τα παιδιά, μέχρι που έρχεται εκείνη η ώρα που – λόγω σχολείου, εξαιτίας της κοινωνίας, της οικογένειας, της ηλικίας; – η φαντασία καρατομείται με συνοπτικές διαδικασίες.

Σε μένα αυτή η «καρατόμηση» άργησε να συμβεί. Αντιστάθηκα σθεναρά. Ίσως αντιστέκομαι ακόμα. Πάντως με θυμάμαι μια μέρα να κάθομαι μόνος στο ερείπιο που χρησιμοποιούσαμε για καράβι. Οι μέχρι τότε σύντροφοι είχαν φύγει. Παίζανε ποδόσφαιρο. Το θεωρούσαν βλακώδες πλέον και ανιαρό να κάνουμε τους πειρατές. Έμεινα με ένα ναυτικό καπέλο να ατενίζω πελάγη που έβλεπα μόνο εγώ. Το πλήρωμά μου είχε αυτομολήσει, είχε στασιάσει, είχε μπει σε μια βάρκα και κατευθύνθηκε στην πρώτη στεριά που βρήκε εγκαταλείποντας το πλοίο. Να πω ότι δεν ένιωθα προδομένος; (Για να είσαι συγγραφέας τουλάχιστον στα πρώτα βήματα χρειάζεται ίσως μια αίσθηση προδοσίας από την πραγματικότητα…). Τώρα θα έπρεπε να αντιμετωπίσω μόνος όλα τα φανταστικά τέρατα και τους εχθρούς που μας επιβουλεύονταν.

Το έκανα για λίγο. Αλλά δεν είχε πλάκα.

Έπρεπε να βρω ένα αντιστάθμισμα. Άσε που ήταν και ανάρμοστο για την ηλικία μου να πολεμάω αόρατους εχθρούς. Ήμουν ήδη τρίτη – τετάρτη δημοτικού. Έπρεπε να το κρύψω, να το εσωτερικεύσω. Να «εγκαταλείψω το πλοίο» όμως, όπως και οι φίλοι, μου το έβρισκα αφόρητο. Τι θα έκανα στην έρημο της πραγματικότητας;

Και τότε ήρθε η επιφοίτηση. Λάτρευα από πριν τα βιβλία και περνούσα ούτως ή άλλως χρόνο μαζί τους. Συχνά κατά της διάρκεια της ζωής μου μού έδωσαν λύση σε διάφορα προβλήματα. Έτσι έγινε και τώρα. Αφού δεν μπορούσα να «ζω» περιπέτειες, μου έμενε να τις διαβάζω. Ήταν ένα υποκατάστατο. Αλλά όχι και τόσο άσχημο. Ίσα ίσα ήταν εξαίσιο. Εφόσον δεν κινδύνευα να γίνω ρεζίλι. Εξωτερικά φαινόμουν νορμάλ. Όσο νορμάλ μπορεί να μοιάζει ένα παιδί που το καλοκαίρι δεν μετρούσε τα παγωτά που έτρωγε, αλλά τα βιβλία που διάβαζε. Από μέσα μου όμως έλεγα: «Τρέμετε φανταστικοί εχθροί! Ξαναγύρισα!»


Ο Φώτης Δούσος είναι συγγραφέας, θεατροπαιδαγωγός και σκηνοθέτης. Ασχολείται με την πεζογραφία, το θέατρο, το δοκίμιο, την παιδική λογοτεχνία, καθώς και με τη διδακτική της δημιουργικής γραφής. Αυτό το διάστημα εκπονεί διδακτορική διατριβή για τις τεχνικές της πλοκής στο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Εχει γράψει δύο βιβλία για παιδιά, το “Κλεμμένα Αυτιά” και το “Παβ ο φάλτσος τζίτζικας και η περιπέτεια με τα τυφλά μυρμήγκια” (και τα δύο από εκδόσεις Μικρή Σελήνη) και ένα βιβλίο για ενήλικες, το “Η λίστα του Λεπορέλο” (εκδ. Νεφέλη).