Πλησιάζει το κλείσιμο των σχολείων και όπως κάθε χρονιά, έτσι και φέτος, πολλά σχολεία και δάσκαλοι, πριν αποχαιρετίσουν τους μαθητές τους, θα φροντίσουν να τους δώσουν λίστες με λογοτεχνικά βιβλία που πρέπει να διαβάσουν μέσα στις καλοκαιρινές τους διακοπές. Οι γονείς θα τρέξουν να τα αγοράσουν, αν όχι όλα, έστω 1 – 2 από αυτά, και τα παιδιά, όχι όλα, ίσως η πλειοψηφία τους, θα τα τοποθετήσουν βαριεστημένα στο κομοδίνο, το γραφείο ή τη βιβλιοθήκη τους και θα τα αφήσουν εκεί να σκονίζονται. Και οι μέρες θα περνούν, η ζέστη θα μας αποχαυνώνει και η ατάκα που θα ακούγεται στα περισσότερα σπίτια θα είναι η “διάβασε, ρε παιδάκι μου, και λίγο, χάζεψε αυτά τα βιβλία που σου αγόρασα! Τσάμπα τα πήραμε;

Ως παιδί είχα την τύχη να μην ακούσω σχεδόν ποτέ αυτήν την ατάκα. Περισσότερο ακουγόταν το “σταμάτα να τρως” και το “μην τσακώνεστε με την αδερφή σου“, παρά το “διάβασε λιγάκι“. Και όταν το έλεγαν αυτό δεν εννοούσαν το διάβασμα για το σχολείο. Σε εκείνη τη χρονική περίοδο, στα μέσα δηλαδή της δεκαετίας του ’80, ξέραμε εμείς τα παιδιά, από αυτά που ακούγαμε να λένε μπροστά μας γονείς και δάσκαλοι, ότι τα παιδιά χωρίζονται σε δύο είδη: τα διαβαστερά και αυτά που βαριόνταν. Τα διαβαστερά είχαν φυσικά και την εύνοια των μεγάλων. Αυτά που βαριόνταν ήταν οι “κακοί” μαθητές, οι απρόσεχτοι, οι φασαριόζοι.

Αρκετά χρόνια μετά, κατά την περίοδο των φοιτητικών χρόνων, συνάντησα για πρώτη φορά τον όρο “reluctant reader“. Αν θα μπορούσαμε με κάποιον τρόπο να μεταφράσουμε τον συγκεκριμένο όρο χωρίς να ακούγεται σαν ανίατη αρρώστια, θα λέγαμε πως μιλάμε για τους ανθρώπους εκείνους που με απροθυμία πιάνουν να διαβάσουν ένα λογοτεχνικό βιβλίο και το παρατάνε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Τέτοιοι υπήρχαν πολλοί ακόμα και την περίοδο που η τεχνολογία δεν είχε μπει στην καθημερινότητά μας και οι οθόνες δεν καταλάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος των καθημερινών μας ενασχολήσεων. Οπότε, δεν μπορούμε να κατηγορούμε πάλι τις οθόνες. Ως “διστακτικός” αναγνώστης θα μπορούσε ίσως να χαρακτηριστεί κάποιος, συνήθως ένα παιδί, το οποίο ναι μεν γνωρίζει να διαβάζει -άρα μιλάμε για παιδιά Δημοτικού κυρίως – αλλά για διάφορους λόγους δεν έλκεται από τα λογοτεχνικά βιβλία. Οι λόγοι ποικίλουν:

  • βαριέται το διάβασμα και προτιμά να διασκεδάζει διαφορετικά
  • δεν έχει βρει κάτι που να του/της ταιριάζει
  • τα βιβλία που του προτείνουν οι γονείς του ή το σχολείο του δεν τον/την αφορούν
  • ο παράγοντας “υποχρέωση” τον/την απωθεί
  • υπάρχει κάποια διαταραχή προσοχής
  • και τελικά μια αδιαφορία απέναντι στην ανάγνωση και τα οφέλη της, γιατί κανείς δεν ασχολήθηκε να του μιλήσει για αυτά.

Οποιος και αν είναι ο λόγος, συνήθως, τα παιδιά αυτά δε βλέπουν την ανάγνωση βιβλίων ως διασκέδαση, αλλά ως υποχρέωση, κάτι που αυτομάτως αφαιρεί την ευχάριστη πλευρά της συγκεκριμένης ασχολίας. Επίσης, πολλά παιδιά δε θεωρούν την ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων ως κάτι που θα τους κάνει να φαίνονται cool στα μάτια των συμμαθητών τους και των φίλων τους, κάτι που επίσης θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη, ειδικά στις ηλικίες που τα παιδιά προσπαθούν να αποκτήσουν τον δικό τους κοινωνικό κύκλο και να γίνουν αποδεκτά.

Πριν κολλήσουμε όμως σε ένα παιδί την ταμπέλα του απρόθυμου ή του διστακτικού αναγνώστη, καλό θα ήταν να εξετάσουμε το υλικό που υπάρχει διαθέσιμο γύρω του και που θα του κέντριζε ίσως το ενδιαφέρον ώστε να αρχίσει να διαβάζει. Γιατί δεν μπορούμε να απαιτούμε από ένα παιδί να διαβάσει “γιατί πρέπει“, όταν ως γονείς δε διαβάζουμε για διασκέδαση ή ο δάσκαλος να απαιτεί από τα παιδιά να διαβάζουν στις διακοπές τους, ενώ μέσα στη σχολική χρονιά δεν έχει δείξει ή μιλήσει ή διαβάσει δυνατά στα παιδιά ούτε ένα βιβλίο ή όταν απουσιάζουν παντελώς οι ενέργειες που συμβάλλουν ώστε να προωθηθεί η φιλαναγνωσία από την πλευρά της Πολιτείας. Τι να σου κάνουν άλλωστε και εκείνες οι παιδικές δανειστικές βιβλιοθήκες που κάνουν υπέροχο έργο, αλλά είναι μετρημένες στα δάκτυλα του ενός χεριού; Τυχερά τα παιδιά που μένουν κοντά σε αυτές και μπορούν να χάνονται με τις ώρες στα ράφια τους και να παίρνουν μέρος σε δραστηριότητες που αφορούν την ανάγνωση.

Η βιβλιοπαραγωγή είναι πλουσιότατη. Μόνο μέσα στο 2019 εκδόθηκαν και κυκλοφόρησαν στην ελληνική αγορά περισσότερα από 1.100 βιβλία, εικονογραφημένα, παιδικά, εφηβικά και νεανικά, ελληνικά και μεταφρασμένα, λογοτεχνικά και γνώσεων. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους ενήλικες, έτσι και στα παιδιά δεν είναι δυνατόν να τους αρέσουν όλα τα βιβλία που κυκλοφορούν. Έστω, όμως ότι θα τους αρέσει ακόμα και ένα. Η λογική λέει ότι αυτό το ένα θα είναι εκείνο που θα τα παρακινήσει να βρουν και το δεύτερο, και το τρίτο, κ.ο.κ. Είναι ένα ντόμινο που ξεκινά με εκείνο το ένα βιβλίο που θα σε σπρώξει στο επόμενο. Πώς θα το ανακαλύψουν όμως αυτό το ένα; Οι συμβουλές είναι χιλιοειπωμένες, όμως αξίζει να κάνουμε μια ακόμα αναφορά. Μια επίσκεψη σε ένα βιβλιοπωλείο ή μια βιβλιοθήκη θα τους ανοίξει τον δρόμο. Αφήστε τα να διαλέξουν μόνα τους, χωρίς τη δική σας παρέμβαση. Ναι, κατά 99% θα επιλέξουν κάτι που τους αρέσει, επειδή τους γυάλισε στο μάτι και που δεν αρέσει σ’ εμάς τους μεγάλους, επειδή πιστεύουμε ότι είναι “σκουπίδι”. Είναι όμως η δική τους επιλογή. Και μπορεί να έχουν κάνει και λάθος. Μπορεί όμως και όχι. Γιατί στο δικό τους το μυαλό δεν υπάρχουν καλά και καλά βιβλία, αλλά σκέτο βιβλία. Μην προσπαθήσετε να επιβάλλετε το δικό σας γούστο.

Θα μου πείτε όμως, και δίκιο θα έχετε, ότι δεν μπορούν όλες οι οικογένειες να διαθέτουν χρήματα για “πέταμα”, σε βιβλία που δεν αρέσουν στα παιδιά. Κι εδώ μπαίνει το θέμα βιβλιοθήκες. Στις γειτονιές υπάρχουν οι δημοτικές βιβλιοθήκες και κάποιες από αυτές λειτουργούν μέσα στο καλοκαίρι και εκπονούν εκπληκτικά προγράμματα φιλαναγνωσίας. Ψάξτε τον Δήμο σας και βρείτε πού υπάρχει δανειστική βιβλιοθήκη, γίνετε μέλη και δανειστείτε βιβλία. Εναλλακτικά, μιλήστε με τους γονείς των συμμαθητών των παιδιών σας και προτείνετέ τους τα παιδιά να ανταλλάσσουν βιβλία. Μπείτε κι εσείς oι ίδιοι στο παιχνίδι και καλλιεργείστε τους την περιέργεια διαβάζοντάς τους εσείς βιβλία μεγαλόφωνα, βιβλία που είτε θα διαλέγετε εσείς ή τα παιδιά ή όλοι μαζί. Γιατί ας μην γελιόμαστε, δεν μπορούμε να μιλάμε για παιδιά που δεν διαβάζουν κι εμείς που το λέμε να μην διαβάζουμε. Ας τους εμπνεύσουμε τη τη φιλαναγνωσία μέσα από τη δική σας αγάπη για τα βιβλία.

Δεκαεννιά βιβλία για διστακτικούς αναγνώστες

Οταν προτείνεις κάτι, καλό είναι να μην κοιτάς μόνο τις δυνατότητες του αναγνώστη ανά ηλικία, αλλά κυρίως τις προτιμήσεις του. Οταν πας, π.χ. σε ένα βιβλιοπωλείο ο βιβλιοπώλης ή στη βιβλιοθήκη ο βιβλιοθηκονόμος δεν σε ρωτάει τι μπορείς να διαβάσεις, αλλά τι σου αρέσει. Με αυτήν ακριβώς τη λογική έχει συνταχθεί και η παρακάτω λίστα με βιβλία που θα μπορούσαν να προταθούν και τελικά ίσως και να αρέσουν σε παιδιά που αισθάνονται περίεργα όταν αντικρίζουν μεγάλα κείμενα. Τα κριτήρια για την επιλογή ήταν δύο: το ένα και πολύ βασικό, το χιούμορ. Το δεύτερο, να είναι κόμικ ή έστω να έχουν χαρακτηριστικά κόμικ. Οχι απαραίτητα και τα δύο μαζί. Γιατί κόμικ; Γιατί η χρήση των καρέ, της εικονογράφησης και των κειμένων σε μορφή bubbles ή έστω και λίγο μεγαλύτερα σε έκταση, δημιουργούν αίσθηση άνεσης και οικειότητας στον αναγνώστη εκείνον που αισθάνεται άβολα όταν πρέπει να διαβάσει μεγάλα κείμενα. Χωρίς, λοιπόν, σειρά προτεραιότητας, ορίστε η λίστα:

Dog Μan του Ντέιβι Πίλκι, Εκδόσεις Ψυχογιός (μτφρ. Σοφία Γρηγορίου). Ο δημιουργός του αγαπημένου Καπετάν-Βράκα έχει γράψει και εικονογραφήσει και τη σειρά Dog man. Τα βιβλία πρωτοεκδόθηκαν το 2016 στο εξωτερικό και η σειρά αποτελείται μέχρι στιγμής από 8 τόμους. Το στόρι: ένας αστυνομικός και ο σκύλος του προσπαθώντας να απασφαλίσουν μια βόμβα, καταλήγουν στο νοσοκομείο. Εκεί οι γιατροί αποφασίζουν – καθώς τα πράγματα είναι πολύ σοβαρα και για τους δύο – να σώσουν έναν μόνο από τους δύο, ώσπου μια νοσοκόμα πετάει την ιδέα: να ράψουν το κεφάλι του σκύλου στο σώμα του αστυνομικού! Μισός σκύλος, μισός άνθρωπος, ο Dog Man θα γίνει ο απόλυτος ήρωας και θα σώσει τον κόσμο από τον κακό Πίτι. Είναι αστείο, είναι αυτό που πιθανώς κάποιος να χαρακτήριζε και ως “καμμένο”, αλλά είναι πρ